σβάρνισμα

το, Ν [σβαρνίζω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σβαρνίζω, η επεξεργασία τού εδάφους με σβάρνα, βωλοκόπημα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σβάρνισμα — το, ατος 1. σπάσιμο σβόλων και σιάξιμο του χωραφιού. 2. κατακύλιση, σύρσιμο: Σβάρνισμα του πτώματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σβάρνισμα — [зварнизма] ουσ. о. бороньба …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διβόλητος — και τός και τρος (Α) βωλοκόπημα, σβάρνισμα, δευτέρωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίβολος. Ο τ. διβόλητρος, με επίθημα τρος, δηλωτικό οργάνου] …   Dictionary of Greek

  • βολοκόπημα — το το σβάρνισμα του χωραφιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.